
Δονούσα , Δενούσα, Στενόζα, Σπινόζα ή Viridem. Πολλά ονόματα αναδύονται ανά τους αιώνες κι όλα για ένα τόσο μικροσκοπικό μέρος στη μέση του Αιγαίου. Μια μικρή κουκκίδα στον χάρτη. Η ιστορία της είναι μακρά και μυστηριώδης.
Τα αρχαιολογικά ευρήματα ενός Γεωμετρικού οικισμού στο Βαθύ Λιμενάρι, μαρτυρούν ότι οι αιώνες κυλούν σαν νερό στη Δονούσα. Συνεισφέροντας στον κυκλαδικό πολιτισμό, η Δονούσα αναφέρεται ως τόπος εξορίας κατά τη Ρωμαϊκή Εποχή, ως καταφύγιο πειρατών σε ύστερο χρόνο και, στις αρχές του 1800, ως θερινός οικισμός για βοσκούς από την Αμοργό.

Οι περίπου 300 κάτοικοι στις αρχές του 1900, μοιραζόντουσαν στα 4 χωριά του νησιού. Ο Σταυρός (παλαιότερα Κάμπος) ήταν πάντα η πρωτεύουσα του νησιού από τότε. Η Μεσαριά (Χαραυγή, όπως έλεγαν παλιά), το Μερσίνη και η Καλοταρίτισσα συμπλήρωναν την παρέα.

Τα ορυχεία που λειτουργούσαν στον Κέδρο μέχρι την δύση του ‘30, έδιναν σίδηρο, αλουμίνιο, χαλκό καθώς και θέσεις εργασίας σε πολλές οικογένειες.

Πόλεμοι πέρασαν κι από αυτή τη γη (ποιος μπορεί να ξεφύγει;), με βομβαρδισμούς, πείνα, ιταλική κατοχή, γερμανική κατοχή κι Άγγλους συμμάχους.

Οι καλλιέργειες του κρεμμυδιού και του καπνού βοήθησαν σημαντικά τους κατοίκους του νησιού μέχρι τη δεκαετία του '50.

Η δεκαετία του '60 ήρθε με φτώχεια, ερημιά και μετανάστευση. Τα χέρια εργασίας γίνονταν όλο και λιγότερα και τα χωράφια εγκαταλείπονταν και τελικά θα ερημώναν. Θα ακολουθούσαν άλλα είκοσι δύσκολα χρόνια.

Λίγο καιρό πριν έρθει το ρεύμα, γύρω στο 1980, είχαν αρχίσει να κάνουν την παρουσία τους στο νησί οι πρώτοι επισκέπτες. Ύστερα χτίστηκε το λιμάνι και η ζωή στη Δονούσα άλλαξε μια για πάντα.
Είναι το λιμάνι μας. Η πρώτη γεύση. Εδώ βρίσκονται στην πλειοψηφία τους οι ταβέρνες, cafe bars, ο φούρνος μας, ΑΤΜ, το μανάβικο, mini μάρκετ, το ιατρείο, το ΚΕΠ και γενικότερα εδώ χτυπά ο παλμός του νησιού.
Κι αν αναρωτιέσαι αν μπανιαριζόμαστε στην αμμουδιά του Σταυρού, θα απαντήσουμε, φυσικά και ναι, γιατι τέτοια κρυστάλλινα και πεντακάθαρα, διάφανα νερά, με θέα το λιμάνι, σπανίζουν.
Ανηφορίζοντας μετά την παραλία του Κέδρου, ξεπροβάλλει ένας μικρός οικισμός με λιγοστά σπίτια, μα με πλούσια ιστορία. Μπορεί τώρα να είναι ακατοίκητος, μα κάποτε αυτά τα 9-10 σπίτια, φιλοξενούσαν πάνω από 60 άτομα.
Οι πλούσιες καλλιέργειες, οι μύλοι αλλά και το σιδηρουργείο, έκαναν την Μεσσαριά, ένα πολύτιμο κέντρο διανομής πρώτων υλών για τα νοικοκυριά. Μια επίσκεψη θα σας ανταμείψει με βαθιά αίσθηση γαλήνης και φανταστικές στιγμές αντίκρυ στην θάλασσα του Αιγαίου.
Αέρινο και βγαλμένο από το χρονοντούλαπο, στέκει αγέρωχο λίγο μετά την Μεσσαριά. Ευλογημένος τόπος με τρεχούμενο νερό κι εύφορη γη. Οι λιγοστοί κάτοικοι που του έχουν απομείνει, συνεχίζουν την από γενιά σε γενιά ενασχόληση με την γη και τα ζώα. Μπες στον κόπο να ακολουθήσεις το μονοπάτι που οδηγεί στην θάλασσα. Λιβάδι και Φύκιο σε περιμένουν. Επιστρέφοντας κάνε μια στάση στην πηγή, πιες το δροσερό νερό της κι αφέσου στην σκιά του παππού πλάτανου. Αν μετά απ᾽όλα αυτά πεινάς, η ταβέρνα είναι λίγα σκαλιά πιο πάνω.